ρούα

ἡ, Α
βλ. ρούγα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρούγα — η / ῥούγα, ΝΜ, και ῥούα Α πλατύς δρόμος μέσα σε πόλη ή σε χωριό, κεντρικός δρόμος νεοελλ. περιοχή, τμήμα πόλης ή χωριού. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. ruga «πτυχή» (πρβλ. γαλλ. rue)] …   Dictionary of Greek

  • Δουμάς, Αλέξανδρος (γιος) — (Alexandre Dumas, Παρίσι 1824 – Μαρλί λε Ρουά 1895). Γάλλος μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Ήταν νόθος γιος του Αλέξανδρου Δουμά (πατέρα), γεγονός που επέδρασε σημαντικά στην προσωπικότητα και στο συγγραφικό του έργο. Τα έργα του Δ.… …   Dictionary of Greek

  • Καναδάς — I Επίσημη ονομασία: Καναδάς Έκταση: 9.970.610 τ. χλμ. Πληθυσμός: 30.007.094 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Οτάβα (827.898 κάτ. το 2001)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Ν με τις ΗΠΑ και στα Δ με την πολιτεία Αλάσκα των ΗΠΑ. Βρέχεται στα Β από… …   Dictionary of Greek

  • Μανσάρ — (Mansart). Επώνυμο δύο Γάλλων αρχιτεκτόνων του 17ου αι. οι οποίοι συνέβαλαν με το έργο τους στη διαμόρφωση του μπαρόκ κλασικισμού στη γαλλική αρχιτεκτονική. 1. Ζιλ Αρντουέν (Jules Hardoine Mansart ή Mansard, Παρίσι 1646 – Μαρλί λε Ρουά 1708).… …   Dictionary of Greek

  • Μένεμ, Κάρλος Σαούλ — (Carlos Saul Menem, Ανιγιάκο 1930 –). Αργεντινός πολιτικός, πρόεδρος της χώρας την περίοδο 1989 99. Καταγόταν από οικογένεια Σύρων μεταναστών και σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Κόρντομπα. Μετά την αποφοίτησή του το 1955, ασχολήθηκε ενεργά… …   Dictionary of Greek

  • Ντανκούρ, Φλοράν Καρτόν — (Florent Carton Dancourt, Φοντενεμπλό 1661 – Κουρσέλ λε Ρουά 1725). Γάλλος συγγραφέας και ηθοποιός. Από αριστοκρατική οικογένεια, σπούδασε φιλοσοφία και δίκαιο και έγινε δικηγόρος σε ηλικία δεκαοκτώ ετών· γνώρισε μετά την ηθοποιό Τερέζα Λα… …   Dictionary of Greek

  • υπερρεαλισμός ή σουρεαλισμός — Λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό πρωτοποριακό κίνημα του προηγούμενου αιώνα. Διακρίνεται από τα άλλα πρωτοποριακά κινήματα για την τάση να παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένο σύστημα ιδεών και αρχών, η ουσία του οποίου δεν περιορίζεται μόνο στη λογοτεχνική …   Dictionary of Greek

  • Φλαμαριόν, Καμίλ — (Flammarion, Μοντινί λε Ρουά, Άνω Μάρνης 1842 – Ζιβιζί σιρ Ορζ 1925). Γάλλος αστρονόμος. Οι σημαντικότεροι σταθμοί της ζωής του είναι: η είσοδός του στο Αστεροσκοπείο του Παρισιού σε ηλικία 16 ετών (1858), το πέρασμά του από το Γραφείο Μέτρων και …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.